Ο υπόγειος κόσμος των ινδιάνων Μακούξι

Οι ινδιάνοι Μακούξι του Αμαζονίου στη βόρεια Βραζιλία διαθέτουν παραδόσεις που μιλούν για μία εποχή που ήτα επιφορτισμένοι με την μυστική γνώση της πύλης στο υπόγειο βασίλειο του εσωτερικού της Γης. Οι Μακούξι είχαν τη δυνατότητα να επισκεφθούν την μυστική χώρα σε ορισμένες περιπτώσεις και να αλληλεπιδρούν με τους γίγαντες που κατοικούσαν εκεί. Είχαν υποσχεθεί ότι εάν τηρούσαν τα καθήκοντα της φύλαξης πιστά θα τους επιτρεπόταν να μετενσαρκωθούν στις ειρηνικές σφαίρες του εσωτερικού κόσμου.

Δυστυχώς, όταν ο λευκός άνθρωπος της Ευρώπης ήρθε και έκλεψε τα εδάφη από τους γηγενείς κατοίκους της βόρειας και νότιας Αμερικής , ήταν απαραίτητο το κλείσιμο αυτής της πύλης για να προστατευθούν τα κρυμμένα εδάφη από τις καταστροφικές τάσεις κατάκτησης των λευκών εθνών. Οι Μακούξι είχαν προειδοποιηθεί να καταφύγουν στον εσωτερικό χώρο. Όσοι έμειναν, βασανίστηκαν από τους κατακτητές και ζουν σήμερα με μνήμες και τις ιστορίες ενός χαμένου παραδείσου.

Οι τελευταίοι Μακούξι (του βορείου Αμαζονίου) μας λένε ότι μέχρι το 1907 εισέρχονταν σε μία σπηλιά και περπατούσαν 13-15 ημέρες μέχρι να φτάσουν στο εσωτερικό. Εκεί, στην άλλη πλευρά του κόσμου ζουν οι μεγάλοι άνθρωποι που μετρούνται από 10 μέχρι 11.6 πόδια (3 με 4 μέτρα). Είναι πραγματικά ευγενείς και φιλήσυχοι αλλά πρέπει να ακολουθούνται οι υποδείξεις τους.

Το κύριο μέλημα των Μακούξι αυτού του τόπου ήταν να φυλάνε την είσοδο της σπηλιάς κρατώντας έξω όλους όσοι δεν ήταν μέλη της φυλής. Όταν ο μεγάλος άνεμος που έρεε μέσα από το τούνελ με ρυθμό 5 ημερών έξω και άλλων 5 προς τα μέσα μπορούσαν να ξεκινήσουν να κατεβαίνουν τις σκάλες.

Οι σκάλες τελείωναν την 3η ημέρα (κρατούσαν αρχείο των ημερών βάση χρόνου ύπνου και ωρών διατροφής με απόλυτη ακρίβεια). Άφησαν εκεί τις δάδες από ραβδιά εμποτισμένα με πίσσα από κοντινές λίμνες πετρελαίου και μεταφέρονταν με φώτα. Κάθε ημέρα που περνούσε αυτοί περπατούσαν γρηγορότερα αφού έχαναν βάρος και σωματική μάζα. Περνούσαν από 5 σημαδεμένα σημεία και γούρνες κάποιων τεραστίων σπηλαίων των οποίων οι οροφές δεν ήταν ορατές. Υπήρχαν όμως σε κάποιους από τους θαλάμους ακτίνες σαν του ηλίου αδύνατο να τις κοιτάξεις με απευθείας αλλά όχι τόσο δυνατές όσο ο ήλιος.

Σε αυτό το μέρος αναπτύσσονταν μερικά δέντρα με καλούς καρπούς όπως “cajues” , βελανιδιές, μάνγκο, μπανανιές και κάποια μικρότερα φυτά. Συγκρίνοντας με μέρη των Μακούξι, αυτός ο θάλαμος είχε έκταση περίπου 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων βατής και επιφάνειας με βλάστηση. Κάποιοι άλλοι τομείς ήταν πολύ μακριά και πολύ επικίνδυνοι με βραστές πέτρες και άλλα υλικά. Μετά από 5 τεράστιους θαλάμους σε ένα σημείο πέρα τη μισή διαδρομή, σκαρφάλωναν σε τοίχους και προχωρούσαν προσεκτικά επειδή πετούσαν (βρίσκονταν σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας όπως οι αστροναύτες)

Ο άνεμος που ξεκινούσε να φυσάει προς τα έξω δεν ήταν εμπόδιο όταν ξεκινούσαν την πτώση αλλά εάν επιχειρούσαν προς τα πίσω, η αναταραχή του ανεμοστρόβιλου θα μπορούσε να τους σύρει στην αβυσσαλέα σύραγγα και το σώμα θα χτυπούσε 1000 φορές συνεχόμενα για μία ημέρα μέχρι το προηγούμενο μονοπάτι στο σπήλαιο. Υπολογίζοντας αυτόν τον κύκλο, ξεκινούσαν την πορεία τους κατά τον άνεμο (για την δική τους ασφάλεια) κατεβαίνοντας 3 ημέρες σε σκάλες και μετά από 2 ημέρες βάδισης σε μία στενή σκάλα που ήταν μικρότερη από σήραγγα. Ο άνεμος φυσούσε προς τα μέσα και ως εκ τούτου παρακολουθούσαν τα βήματά τους ώστε να μην αφήνουν πίσω τους πέτρες που θα μπορούσαν να τους χτυπήσουν. Κατά την 7η ή 8η ημέρα της πορείας έφθαναν στο μέρος όπου τα πάντα πετούσαν το οποίο είναι το κέντρο του φλοιού της Γης. (το κέντρο της μάζας, το οποίο δεν είναι το γεωμετρικό κέντρο της Γης, αλλά κάθε σημείο στη μέση του πάχους του φλοιού.)

Μερικές φορές ο άνεμος ήταν τόσο ισχυρός και αντί να χρησιμοποιούν τα τείχη για να βοηθηθούν έπρεπε να το κάνουν για να σταματήσουν και να μην δεχθούν χτύπημα. Η διαδρομή δίχως βαρύτητα διαρκούσε συνήθως το πολύ 36 ώρες. Μερικές φορές απαιτούνταν να κρέμονται στις βραχώδεις άκρες σε μεταλλικά κομμάτια που ήταν στο βράχο πριν περάσουν και να περιμένουν 2 μέρες μέχρι να κοπάσει ο άνεμος. Στη συνέχεια ακολουθούσαν τον δρόμο από κολπίσκους με κρύο νερό που περνούσε μέσα από το σπήλαιο και έφτανε σε κενό, μεγαλύτερο από τα προηγούμενα όπου υπήρχαν αντικείμενα με το ίδιο σχήμα των κυψελών με διάμετρο 10 μέτρων τοποθετημένα πάνω από ένα δενδρύλλιο σε ένα ασαφές ύψος βάση των περιγραφών που δίνουν οι Μακούξι.

Οι ταξιδιώτες κέρδιζαν και πάλι το βάρος αλλά όχι όλο, επειδή βγήκαν στην γη της άλλης πλευράς όπου τα πάντα είναι ελαφρύτερα, ο ήλιος κόκκινος και διαρκεί όλη τη μέρα δίχως νύχτα, αστέρια και φεγγάρι. Παρέμεναν εκεί μερικές ημέρες απολαμβάνοντας τις κοντινές παραλίες και γίνονταν νεότεροι με το πέρασμα του χρόνου. (Αυτό θυμίζει τον Απόλλωνα που ταξίδεψε στον Όλυμπο για να γίνει νεότερος). Οι Μακούξι γνώριζαν τέλεια τον Ατλαντικό δεδομένου ότι ήταν 200 μίλια έξω από την ακτή και αυτή δεν ήταν η θάλασσα. Οι γίγαντες τους έδιναν μερικά μεγάλα και νόστιμα ψάρια που το κρέας τους δεν σάπιζε μέχρι 2-3 μήνες μετά την αλίευση. Με αυτό το πολύτιμο φορτίο , μήλα μεγαλύτερα από ανθρώπινο κεφάλι και σταφύλια μεγέθους γροθιάς εκτός από μεγάλη σωματική ενέργεια , συνοδεύονταν από μερικούς γίγαντες που τους βοηθούσαν να μεταφέρουν το τεράστιο βάρος. Το ταξίδι της επιστροφής ξεκινούσε με το φύσημα του ανέμου στις πλάτες ώστε να τον έχουν πάλι εκεί στο τελευταίο στάδιο του ταξιδιού όταν ανέβαιναν τις σκάλες τις 3 τελευταίες ημέρες , τα ερείπια των οποίων υπάρχουν και σήμερα.

Η πεποίθηση ή γνώση των Μακούξι είναι ότι αν ακολουθήσετε τους κανόνες που δίδονται από τους γίγαντες, μετά τον θάνατό τους στο εξωτερικό, θα πρέπει να ξαναγεννηθείτε εκεί ανάμεσά τους. Λένε ότι κάποιοι Μακούξι δεν είχαν πεθάνει αλλά μεταμορφώθηκαν κατά το ήμισυ σε γίγαντες και έμειναν μέσα. Αυτό που απαιτούνταν κυρίως ήταν να μην έχουν απογόνους στο εξωτερικό.

Η τραγωδία των Μακούξι συνέβη το 1907. 3 Βρετανοί εξερευνητές , έφτασαν στο όνομα της βασίλισσας αναζητώντας διαμάντια. Τα εδάφη των Μακούξι έχουν διαμάντια ακόμα και σήμερα αλλά η αξιοποίησή τους δεν είναι συμφέρουσα. Όταν οι άγγλοι ήρθαν ήταν αρκετά για να ευχαριστηθεί η βασίλισσα και πολλοί άπληστοι άνθρωποι που έγιναν πλούσιοι εκμεταλλευόμενοι τη φύση αλλά ένας μη εξουσιοδοτημένος ταξιδιώτης προς το κέντρο της Γης έκανε ένα τρομερό λάθος παραβιάζοντας το μυστικό και είπε στους ξένους για τον τόπο εισόδου.

Ένας εκ αυτών έστειλε επιστολή προς τη βασίλισσα, επαλαμβάνοντας μία ιστορία όπως αυτή με κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες. Παραλίες στα εσωτερικά εδάφη, αφθονία διαμαντιών, ορυχεία άνθρακα με σερπεντίνη, αρχαίοι ηφαιστειακοί άξονες όπως είναι σήμερα στον εσωτερικό τους κόσμο. Οι 3 άνδρες πήγαν για εξερεύνηση αλλά δε γύρισαν ποτέ. Στη θέση τους βγήκαν οι γίγαντες, τιμώρησαν τους Μακούξι και τους απαγόρευσαν την είσοδο στο εσωτερικό.

Μετά από 2 χρόνια φτώχειας και άγχους επέλεξαν να επιχειρήσουν μία νέα επαφή με τους γίγαντες παρά την απαγόρευση. Ταξίδεψαν με ελπίδα για 2 ημέρες αλλά έφτασαν σε ένα σημείο στη διαδρομή όπου ο άνεμος ήρθε από ένα σπήλαιο που δεν ήξεραν. Η αρχική διαδρομή είχε καταρρεύσει. Μερικοί επέστρεψαν αμέσως αλλά κάποιοι άλλοι επέλεξαν να ακολουθήσουν ένα νέο και άγνωστο μονοπάτι. Μερικούς μήνες αργότερα, ένας από αυτούς ήρθε πίσω και είπε στους άλλους πως μπορούν να έρθουν μέσα, αλλά να μην επιστρέψουν ποτέ πίσω διότι πολλοί Άγγλοι θα έρθουν και θα τους βλάψουν. Κάποιοι αρνήθηκαν να πάνε , διότι ο τόπος που τους είχε ανατεθεί ήταν μία από τις τεράστιες σπηλιές. Κάποιοι δέχθηκαν και δεν επέστρεψαν ποτέ.

Χρόνια αργότερα οι garampeiros ξεκίνησαν να καταφθάνουν , να μολύνουν τα ποτάμια και να καταστρέφουν τα μυαλά των Μακούξι που έμειναν πίσω με ναρκωτικά. Θόλωναν τα μυαλά τους με μαστίγωμα και ρύπαιναν τη φυλή τους, βίαζαν και τις γυναίκες τους. Κατά τον Ιούνιο με Ιούλιο του 1946 υπήρξε μία τεράστια κατάρρευση της σήραγγας, καταστρέφοντας όλες τις σκάλες. Σήμερα υπάρχουν μόνο κάποια βήματα στην αρχή και μία τεράστια λακκούβα όπου ο άνεμος φυσάει με διαφορετικούς ρυθμούς. Μερικοί παλιοί Μακούξι που διέφυγαν το μαστίγιο των Άγγλων , εξακολουθούν να ζουν μετρώντας την ηλικία τους σε φεγγάρια και δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια να ξεχαστεί ο χαμένος παράδεισος. Η κατάλληλη φράση γιατί τον ήξεραν και …..τον έχασαν.

Πηγή / Μετάφραση Επιστημονικός

Advertisements

Οι λευκοί θεοί των ινδιάνων ήταν Έλληνες;

25fa2c55552c54be0dbe1e95e1904753 ΟΙ ΛΕΥΚΟΙ ΘΕΟΙ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΗΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ… ΑΡΧΑΙΑ  ΙΘΩΜΗ.

Σε μία πανάρχαια εποχή φαίνεται πως έγινε ο εποικισμός της Αμερικανικής ηπείρου από ομάδες Τατάρων και Μογγόλων κυνηγών από την Σιβηρία Η λογική λέει πως οι ομάδες αυτές που κατέκλυσαν την Αμερικανική ήπειρο πέρασαν από τα στενά της χερσονήσου Καμτσιάκας τα οποία στην απώτατη εκείνη εποχή ήταν μία συνέχεια ξηράς που ένωνε την Αλάσκα με το πιο μακρινό βόρειο σημείο της Ασίας. Είναι εκείνοι που στην συνέχεια έφτιαξαν τον μογγολοειδή τύπο των ιθαγενών Ινδιάνων της Αμερικής. Είναι αυτοί που βρήκαν οι Έλληνες όταν έφτασαν στην ανεξερεύνητη έως τότε ήπειρο του δυτικού ημισφαιρίου του πλανήτη. Είναι εκείνοι που έβλεπαν την κατάλευκη σάρκα, τους ασπροφώτιστους μανδύες των Ελλήνων και το υψηλό τους παρουσιαστικό, τα υπερσύγχρονα σκάφη τους που φαίνονταν αλλόκοτα μπροστά στις ακατέργαστες πιρόγες τους και όπως ήταν λογικό τους είδαν σαν Θεού!!!
Η POPOLBUX το πανάρχαιο ινδιάνικο κείμενο των ιθαγενών της Αμερικής γράφει για τους «παράξενους» επισκέπτες που ήρθαν στην χώρα τους και τους μετέφεραν τον πολιτισμό: « Ο Θεός Ήλα-Τάκι ήταν ιερέας και βασιλιάς των λευκών επικοιστών. Οι λευκοί εκείνοι ήταν σοφοί, ειρηνικοί και ψηλοί. Είχαν λευκό δέρμα και μακριά γένια…».
Είναι λογικό οι τότε κάτοικοι της Αμερικής που είχαν άγνοια για το πώς ήταν η γη, τι έκταση καταλάμβανε, και αν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι κάπου αλλού, να τους φαίνονται περίεργοι εκείνοι οι επισκέπτες, θεωρώντας τους μάλιστα, λόγω των μεγάλων μορφολογικών διαφορών αλλά κυρίως των γνώσεων που κατείχαν, κάτι εν είδη Θεών…
Και έτσι έπλασαν τους Θεούς μέσα στην φαντασία τους πάνω σ’ εκείνα τα πρότυπα. Τα πρότυπα των αρχαίων Ελλήνων οι οποίοι έφτασαν εκεί, στην μακρινή χώρα της Εσπερίας με τα πλοία τους και με έναν πολιτισμό μαζί τους τον οποίο άφησαν παρακαταθήκη σ’ έναν κόσμο που βρισκόταν ακόμα σε μία πρωτόγονη κατάσταση, αλλά όχι και άγρια. Απόδειξη η αφομοίωση όχι μονάχα του υλικού μέρους του πολιτισμού αλλά και εκείνου του πνευματικού που κυρίως έχει να κάνει με την γλώσσα και τον λόγο. Γι’ αυτό και οι ομοιότητες πολλών λέξεων των αρχαίων λαών της Αμερικής με την ελληνική γλώσσα είναι σημείο αναφοράς για πολλούς επιστήμονες, ντόπιους και ξένους…
Όταν μετά από αρκετούς αιώνες παρουσιάστηκαν στα παράλια των ακτών της Αμερικής οι νέοι επισκέπτες, με τον Χριστόφορο Κολόμβο επικεφαλής, οι ιθαγενείς τους υποδέχτηκαν σαν θεότητες. Ο ίδιος ο μεγάλος εξερευνητής εξιστορεί στα απομνημονεύματά του : « …Το μόνο αίσθημα που ένοιωσαν για εμάς οι Ινδιάνοι, ήταν λατρεία και θαυμασμός…» , και πιο κάτω συμπληρώνει: « Μόλις μας είδαν οι Ινδιάνοι στις ακτές τους, έπεφταν στη γη έξαλλοι, σήκωναν τα χέρια τους στον ουρανό ολόχαροι, και μας καλούσαν να βγούμε στην στεριά το γρηγορότερο…».

Η παράδοσή τους έλεγε πως θα επέστρεφαν εκείνοι που κάποτε είχαν έρθει και τους έφεραν το φως του πολιτισμού. Που τους έδωσαν την τάξη και τον τρόπο του πως θα ζούσαν καλύτερα μέσα από μία σωστή και ορθή ανάπτυξη πολιτιστική. Τους έδωσαν πολιτισμό και αυτό έλεγε πάρα πολλά σε εκείνους που ζούσαν μέχρι τότε σε μία κατάσταση που ταίριαζε σε ζώα και όχι ανθρώπους. Πώς να μην είναι ευγνώμονες απέναντί τους; Πώς να μην τους θεωρούν Θεούς; Είναι λοιπόν πολύ λογική η αντίδραση που περιέγραψε ο Χριστόφορος Κολόμβος, εκ μέρους των ιθαγενών της Αμερικής. Αλλά πιο λογική φαίνεται όταν συναντά κανείς μέσα στην παράδοση ή στα παλιά, πανάρχαια κείμενά τους την νοσταλγία μιας επιστροφής Εκείνων…
Στις θρησκευτικές τους τελετές οι Ινδιάνοι της Αμερικής, φορούν λευκά προσωπεία( μάσκες), ή βάφουν τα πρόσωπά τους με λευκό χρώμα σε ανάμνηση εκείνων των λευκών Θεών που τους είχαν εκπολιτίσει. Οι ιερείς τους επίσης φορούν κράνη στολισμένα με κέρατα ταύρου. Τα κράνη αυτά φορούσαν οι στρατιώτες του Κρόνου- Βήλου. Αλλά είναι και το σύμβολο του Κρητικού πολιτισμού, των χρόνων του Μίνωα, των Ετεοκρητών, των μεγάλων και ισχυρότερων θαλασσοπόρων όλων των εποχών.
Οι ψηλοί επισκέπτες της Αμερικής, λευκοντυμένοι και γενειοφόροι καθώς λένε τα πανάρχαια ινδιάνικα κείμενα, είναι οι Έλληνες Θεοί, της εποχής των Θεοβασιλέων Ουρανού, Κρόνου, Άτλαντα, Ποσειδώνα, Διονύσου…
Γίγαντες τους παρουσιάζουν πολλά αρχαία δικά μας κείμενα, «…Γένος κρατερών, γιγάντων, υμνεύσαι … εντός Ολύμπου μούσαι Ολυμπιάδες…», γράφει ο Ησίοδος δίνοντας το στίγμα για το ποιοι ήσαν αυτοί οι ψηλοί σαν γίγαντες λευκοί και γενειοφόροι κρατεροί…
« Άναξ, παιδοτρεφές, αίμαι γιγάντων»( Νόνος, Διονυσιακά, τόμος Β΄ βιβλ. 40ο σελ. 313, στιχ. 315), και ο Απολλόδωρος λέει: « Γεννά γίγαντας εξ ουρανού … Εγένετο δε εν Παλήνη…» ( Βιβλ. Ι., 34).
Ο Πλάτων γράφει: «…εν δε τη Ατλαντίδι νήσω ταύτη, μεγάλη συνέστη και θαυμαστή δύναμις βασιλέων, κρατούσα μεν απάσης της νήσου πολλών δε άλλων νήσων και μερών της ηπείρου…»
«… Ούτοι δε οι πάντες αυτοί τε και οι έκγονοι τούτων, επί γενεάς πολλάς ώκουν, άρχοντες μεν πολλών άλλων κατά το πέλαγος νήσων και μερών της ηπείρου…»
«… Καθ’ άπερ εν τοις πρόσθεν ελέχθη περί της των θεών λέξεως ότι κατενείμαντο γην πάσαν … Ποσειδών την Ατλαντίδα λαχών, εκγόνους κατώκεισεν…»
Γράφει ο Πλάτων σχετικά με την Ατλαντίδα δείχνοντάς μας ότι είχε εποικιστεί από τα ελληνικά φύλα. Η τοποθέτηση της Ατλαντίδας στο δυτικό ημισφαίριο όπου μάλιστα όπως λέει ο Πλάτων υπήρχαν και άλλα νησιά και μία ήπειρος «κατά το πέλαγος νήσων και μερών της ηπείρου…», φανερώνει την γνώση της ύπαρξης της Αμερικανικής ηπείρου στα χρόνια του Πλάτωνα. Αφού λοιπόν ο Πλάτων γνωρίζει την ύπαρξή της είναι φυσικό να γίνει παραδεκτό, ότι οι περί της Ατλαντίδας και της Αμερικής αφηγήσεις του πρέπει να είναι αληθινές. Και γιατί να τις αμφισβητήσουμε άλλωστε όταν όλα είναι καταφανή και μιλούν για τους Έλληνες, τους λευκούς θεούς της Αμερικής στα απώτατα χρόνια της προϊστορίας;