Γιατί οι έντιμοι & ικανοί δεν επιδιώκουν ανάληψη εξουσίας

Ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων (427-347 π.Χ.) γύρω στο 374 π.Χ. έγραψε το κορυφαίο έργο του «Πολιτεία» μέσω του οποίου σχεδίασε την εικόνα του ιδανικού πολιτεύματος με επίγνωση τού πόσο δύσκολη είναι η πραγματοποίησή του.

Στο έργο αυτό μέσα από την αφήγηση του Σωκράτη αναφέρεται και η συζήτηση που έγινε με θέμα τη φύση της δικαιοσύνης, αλλά κυρίως για τη δημιουργία ενός ιδανικού κράτους, στο οποίο θα κυριαρχεί η ιδέα του αγαθού και το οποίο κράτος θα υφίσταται για να παρέχει την αληθινή ευτυχία στους πολίτες του. Για να επιτευχθεί όμως αυτό οι άρχοντες πρέπει να εργάζονται για το καλό των άλλων (των αρχομένων) και όχι το δικό τους! Ένα τέτοιο κράτος όμως βρίσκεται στη σφαίρα της ουτοπίας.

Ας δούμε τι ακριβώς γράφει ο Πλάτων για την εξουσία (άρχοντες – πολιτικούς) και τους εξουσιαζόμενους (αρχόμενους – πολίτες) [Πολιτεία, Βιβλίο Α, 346-347].

Αφηγείται ο Σωκράτης:

«Καμιά τέχνη και καμιά εξουσία δεν έχει ως αντικείμενο της ασχολίας της την δική της προσωπική ωφέλεια, αλλά […] το αντικείμενο της εξουσίας και των προσταγών της είναι η ωφέλεια του εξουσιαζομένου, και το κάνει αυτό έχοντας εμπρός στα μάτια της το συμφέρον του εξουσιαζομένου που είναι ασθενέστερος και όχι το συμφέρον του ισχυροτέρου.

Γι’ αυτό ακριβώς […] κανένας δεν αποφασίζει με τη θέλησή του να γίνεται άρχων [μηδένα ἐθέλειν ἑκόντα ἄρχειν] και να έχει στα χέρια του την ξένη αθλιότητα, προσπαθώντας να τη διορθώσει, αλλά ζητά μισθό, επειδή όποιος έχει την πρόθεση να δουλέψει ως σωστός τεχνίτης, όταν οι προσταγές του είναι σύμφωνες με την τέχνη, δεν πράττει ούτε προστάζει ό,τι συμφέρει αυτόν τον ίδιον, αλλά ό,τι συμφέρει τον αρχόμενο. Γι’ αυτήν ακριβώς την αιτία, για όσους πρόκειται να αποφασίσουν να γίνουν άρχοντες, πρέπει να εξασφαλιστεί ως μισθός, ή χρήματα ή τιμή ή τιμωρία, εάν κανένας δεν θέλει να αναλάβει την εξουσία [μισθὸν δεῖν ὑπάρχειν τοῖς μέλλουσιν ἐθελήσειν ἄρχειν, ἢ ἀργύριον ἢ τιμήν, ἢ ζημίαν ἐὰν μὴ ἄρχῃ]».

Τι θέλεις να ειπείς μ’ αυτό Σωκράτη; είπε ο Γλαύκων. Τα δύο είδη του μισθού που ανέφερες μπορώ να τα καταλάβω• δεν αντιλαμβάνομαι όμως πώς εννοείς την τιμωρία και πώς την έχεις βάζεις στην ίδια μοίρα με τον μισθό.

Από την ερώτησή σου εικάζεται ότι δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ο μισθός των εντίμων ανθρώπων, αυτός δηλαδή που παρακινεί τους ενάρετους ανθρώπους να φορτώνονται τα βάρη της εξουσίας, όταν αποφασίζουν να γίνονται άρχοντες, Μήπως δεν γνωρίζεις πως το να αγαπά κάποιος τις τιμές και τα χρήματα, όχι μόνο κατά την γνώμη του λαού, αλλά και στην πραγματικότητα είναι όνειδος;

Αυτό τουλάχιστον το γνωρίζω, είπε.

Γι’ αυτό ακριβώς, είπα εγώ, οι καλοί δεν παρακινούνται ούτε από χρήματα ούτε από τιμές να γίνονται άρχοντες [οὔτε χρημάτων ἕνεκα ἐθέλειν ἄρχειν οἱ ἀγαθοί οὔτε τιμῆς]• γιατί δεν τους αρέσει ούτε λαμβάνοντας φανερά τον μισθό του αξιώματός τους να χαρακτηρίζονται ως έμμισθοι, ούτε να στιγματίζονται ως κλέφτες επωφελούμενοι κρυφά από την άσκηση της εξουσίας [οὔτε γὰρ φανερῶς πραττόμενοι τῆς ἀρχῆς ἕνεκα μισθὸν μισθωτοὶ βούλονται κεκλῆσθαι, οὔτε λάθρᾳ αὐτοὶ ἐκ τῆς ἀρχῆς λαμβάνοντες κλέπται], ούτε πάλι η δόξα μπορεί να είναι κίνητρο γι’ αυτούς, αφού δεν αγαπούν τη δόξα. Δεν πρόκειται λοιπόν αυτοί να αποφασίσουν να γίνουν άρχοντες, αν δεν αναγκαστούν και απειληθούν με τιμωρία. Εξ αιτίας αυτού έχει επικρατήσει σχεδόν η γνώμη ότι είναι ντροπή να θέλει κανείς από μόνος του να αναλάβει εξουσία, χωρίς να υπάρχει η απειλή του εξαναγκασμού. Και η πιο βαριά τιμωρία (για κάποιον έντιμο) είναι το να εξουσιάζεται από κάποιον χειρότερό του, στην περίπτωση που δεν αποφασίζει ο ίδιος να αναλάβει την εξουσία.

Επειδή αυτή την τιμωρία, πιστεύω ότι φοβούνται οι ενάρετοι άνθρωποι, δέχονται να αναλάβουν την εξουσία, όταν γίνονται άρχοντες, και ασκούν τότε την εξουσία, όχι με την ιδέα ότι κάνουν κάτι καλό ούτε για να τους δοθεί μέσω των αξιωμάτων η ευκαιρία να περάσουν καλά, αλλά ενεργούν από ανάγκη, αφού δεν θα βρίσκεται καλύτερό τους ή όμοιός τους, για να παραλάβει την εξουσία. Γιατί υπάρχει κίνδυνος πως, αν υπήρχε μια πόλη κατοικημένη από εναρέτους (έντιμους) ανθρώπους, θα ήταν μέσα σ’ αυτή περιζήτητο πράγμα η μη ανάληψη της εξουσίας, σε όσο βαθμό είναι σήμερα (περιζήτητο) η ανάληψή της [ἐπεὶ κινδυνεύει πόλις ἀνδρῶν ἀγαθῶν εἰ γένοιτο, περιμάχητον ἂν εἶναι τὸ μὴ ἄρχειν ὥσπερ νυνὶ τὸ ἄρχειν]. Και στην περίπτωση αυτή θα γινόταν ολοφάνερο ότι πραγματικά στον χαρακτήρα του σωστού άρχοντα δεν είναι να επιδιώκει το συμφέρον του, αλλά το συμφέρον των αρχομένων (δηλ. των πολιτών). Έτσι κάθε γνωστικός άνθρωπος θα προτιμούσε να ωφελείται αυτός από άλλον και να μην έχει σκοτούρες εργαζόμενος προς όφελος των άλλων”.

Το ανωτέρω κείμενο του Πλάτωνα είναι πολύ επίκαιρο σήμερα. Οι έντιμοι και ικανοί συνήθως απέχουν από τα κοινά και δεν επιδιώκουν να αναλάβουν εξουσίες για τους ίδιους ακριβώς λόγους που αναφέρει ο Πλάτων. Όσοι το επιχείρησαν ή αφομοιώθηκαν από το κρατούν σάπιο πολιτικό σύστημα ή τα παράτησαν γρήγορα. Αλλά έως τώρα τουλάχιστον και ο πολύς λαός δεν προτιμά τους έντιμους και ικανούς.

Οι έντιμοι (αγαθοί – ενάρετοι, κατά τον Πλάτωνα) δεν επιδιώκουν τα αξιώματα και τις τιμές, ούτε έχουν ανάγκη από την εφήμερη δόξα που προσφέρει η ανάληψη εξουσίας. Ούτε φυσικά θα καταδεχτούν να γυρίζουν στην αγορά και στα καφενεία, ή και στα μνη-μόσυνα ακόμα, για να ζητήσουν την ψήφο του οποιουδήποτε. Οι ικανοί, επίσης, δεν αφήνουν την εργασία τους για να ασχοληθούν με την πολιτική για να λάβουν διάφορα αξιώματα, τα οποία φέρνουν εύκολο χρήμα και πρόσκαιρες τιμές. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τον καταργηθέντα, ευτυχώς, νόμο για το ασυμβίβαστο του βουλευτικού αξιώμα-τος και της ασκήσεως επαγγέλματος εισηγήθηκαν και υποστήριξαν επαγγελματίες πολιτικοί, οι οποίοι δεν άσκησαν ποτέ οποιοδήποτε επάγγελμα στη ζωή τους!

Advertisements

Οι αρετές της Ιδανικής Πολιτείας – ΠΛΑΤΩΝ

Οι απόψεις του Πλάτωνος για την ιδεώδη πολιτεία, η οποία διασφαλίζει στον πολίτη της τον άριστον βίον, εκθέτονται στον διάλογό του που τιτλοφορείται Πολιτεία. Με το παρόν θα εξετάσουμε το χωρίο 427c-445e από το τέταρτο βιβλίο της «Πολιτείας» και θα επιχειρήσουμε, σε πρώτη φάση, να προσδιορίσουμε τις αρετές της πόλεως και το περιεχόμενό τους. Έπειτα θα σκιαγραφήσουμε τα μέρη της ψυχής και θα ασχοληθούμε με την παραλληλότητα των αρετών της πόλεως με αυτές της ψυχής. Τέλος, θα αναφερθούμε στην πλατωνική εικόνα της δικαιοσύνης, τόσο στην κοινωνική όσο και στην ατομική της διάσταση, σε συνδυασμό με την ευδαιμονία πόλεως και ατόμου. Η ανάπτυξη θα γίνει σε τρεις ενότητες. Θα ακολουθήσουν τα συμπεράσματα.

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥΣ

Στον στίχο 427e10 της Πολιτείας η ιδεώδης πολιτεία ενσαρκώνει τις τέσσερις θεμελιώδεις αρετές. Χαρακτηρίζεται από Σοφία, Ανδρεία, Σωφροσύνη και Δικαιοσύνη. Η πόλη είναι σοφή, επειδή οι άρχοντές της (οι φιλόσοφοι-βασιλείς) είναι σοφοί και την καθοδηγούν προς το Αγαθόν. Είναι επίσης ανδρεία, για τον λόγο του ότι οι φύλακες-επίκουροι είναι ανδρείοι και μπορούν να υπερασπιστούν αφενός μεν τη εδαφική της ακεραιότητα αφετέρου δε τις αξίες που προβάλλει το εκπαιδευτικό της σύστημα. Χαρακτηρίζεται από σωφροσύνη, για το γεγονός ότι ανάμεσα στις τρεις τάξεις βασιλεύει η αρμονία, προκύπτουσα από την υποταγή της κατώτερης στις ανώτερες. Είναι ακόμη δίκαιη, επειδή το κάθε στοιχείο εκπληρώνει τη λειτουργία του δίχως να παρακωλύει την αντίστοιχη λειτουργία των άλλων.

Εξετάζοντας, τώρα, εις βάθος κάθε μία από τις παραπάνω αρετές, θα ξεκινήσουμε από την Σοφία. Στον στίχο 428b1 ο Πλάτων, διά στόματος του Σωκράτους, την αναφέρει ως το πρώτο πράγμα το οποίο διακρίνεται καθαρά αναφορικά με το αντικείμενο της συζητήσεως τους. Η Σοφία διαφαίνεται από την δυνατότητα της ορθής κρίσεως, από μέρους της πόλεως. Αυτό φυσικά είναι απόρροια της γνώσης την οποία κατέχουν οι κεφαλές αυτής. Βεβαίως, η διευκρίνιση για τους κυβερνήτες δίδεται παρακάτω, όταν γίνεται διαχωρισμός των ειδών της γνώσης που δύναται να κατέχουν οι διάφορες τάξεις. Έτσι, σύμφωνα με το παράδειγμα που δίδεται, η ξυλουργική γνώση δεν δύναται σε καμία των περιπτώσεων να χαρακτηριστεί σοφή. Κατά τον ίδιο τρόπο αποκλείει από την Σοφία την κατοχή οποιασδήποτε τέχνης, για να καταλήξει στην ορθή κρίση των επικεφαλής της πολιτείας, οι οποίοι θεωρούνται ως οι καθ’ ύλην αρμόδιοι να κατέχουν την αληθινή σοφία. Τους ονομάζει, μάλιστα, ως τέλειους φύλακες της πόλης. Οι ίδιοι αποτελούν, όπως είναι φυσικό άλλωστε, την πλέον ολιγάριθμη κοινωνική ομάδα και βάσει της γνώσεως, η οποία είναι δοσμένη από τη φύση, άρχουν στους υπολοίπους. (Στίχοι 428b1-429a7).

Συνεχίζοντας την αναδίφησή μας στις πλατωνικές αρετές της ιδανικής πολιτείας θα συναντήσουμε στον στίχο 429a8 την αναφορά του συγγραφέως στην Ανδρεία. Εδώ βλέπουμε ότι ο μεν Σωκράτης εξακολουθεί να φιλοσοφεί, να επιχειρηματολογεί και να απευθύνει ρητορικές ερωτήσεις στον Γλαύκωνα, όπου μέσω αυτών συμπεραίνει κάποια πράγματα. Από την άλλη ο Γλαύκων ακούει, μετά της δεούσης προσοχής, τα λεγόμενα του Σωκράτους για τη Ανδρεία, την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα είδος σωτηρίας. Στο σημείο αυτό, για την καλύτερη κατανόηση της λειτουργίας της Ανδρείας, παρατίθεται μία παρομοίωση των βαφέων, των βαφών και του βαψίματος με τους στρατιώτες, καθώς και τις αντιλήψεις που τους περνούν μέσα από την εκπαίδευσή τους. Με μία επιδέξια προσέγγιση, παρατηρούμε ότι συνδέει το άνθος, δηλαδή την λαμπρότητα, την στιλπνότητα του χρώματος, το οποίο αν χρησιμοποιηθεί στην βαφή καλά, γίνεται ανεξίτηλο και δεν αφαιρείται, με τους νέους που θα υπηρετήσουν την θητεία τους, εκπαιδευόμενοι με μουσική και γυμναστική. Ταυτοχρόνως, οι νέοι αυτοί οπλίτες θα δέχονται τους νόμους σαν βαφή της ψυχής. Εξάλλου, ο χαρακτήρας που έχουν αποκτήσει, όπως και η ανατροφή που τους έχει δοθεί, τους κάνουν ικανούς να υπακούουν και να διαφυλάττουν την «βαφή» τους. (Στίχοι 429a8-430c6).

Μετά την Ανδρεία ακολουθεί η αναφορά του συγγραφέως, πάντα εντός του διαλογικού πλαισίου, στην Σωφροσύνη στον στίχο 430d1 . Εδώ η αρετή της σωφροσύνης εκλαμβάνεται ως ένα είδος αυτοκυριαρχίας και νομιμοφροσύνης. Η αυτοκυριαρχία συνίσταται στην χαλιναγώγηση ορισμένων απολαύσεων και επιθυμιών. Εκείνος που θα το καταφέρει θεωρείται ανώτερος του εαυτού του. Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αδυνατεί να επιβληθεί του κακού του εαυτού και κυριαρχηθεί από αυτόν θεωρείται χειρότερος και χαρακτηρίζεται ακόλαστος. Αποδεικνύεται, επομένως, κατώτερος των περιστάσεων. Η αυτή κατάσταση λαμβάνει χώρα και στην πόλη. Θεωρείται ανώτερη του εαυτού της όταν συμβαίνει να κυριαρχεί το πλέον εκλεκτό κομμάτι της. Οι λίγοι ικανοί έχουν την δυνατότητα να ελέγξουν, μέσω του ορθού λογισμού τον οποίο έχουν, τις επιθυμίες των πολλών, ακόμη και των πλέον ασήμαντων. Με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία ξεπερνά τις απολαύσεις και τις επιθυμίες και ανυψώνεται σε άλλες σφαίρες.

Αναφορικά με την νομιμοφροσύνη, τούτη επιτυγχάνεται όταν τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι κυβερνώμενοι τυγχάνουν της ιδίας γνώμης ως προς το ποιοι είναι σωστό και δίκαιο να άρχουν της πόλεως. Κατά συνέπεια, η έννοια της σωφροσύνης εκτείνεται σε όλη την πολιτεία, αποτελώντας το στοιχείο εκείνο της ομοφωνίας και της αρμονικής συνύπαρξης των τάξεων που την απαρτίζουν. (Στίχοι 430d1-432b1).

Μετά λοιπόν και την παρουσίαση της σωφροσύνης ερχόμαστε στην αρετή που απέμεινε και η οποία δεν άλλη από την Δικαιοσύνη(στίχος 432b5 ). Είναι αλήθεια ότι το μείζον θέμα που συζητείται στην Πολιτεία είναι η δικαιοσύνη. Το αναφέρει, άλλωστε, ξεκάθαρα ο Σωκράτης στον 433a. Αποτελεί τον θεμέλιο λίθο, βάσει του οποίου θεμελιώνεται όλο το οικοδόμημα της ιδανικής Πλατωνικής Πολιτείας. Βασική αρχή της δικαιοσύνης, όπως την αντιλαμβάνεται ο Πλάτων, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μέσα στην πολιτεία, κάθε πολίτης και κάθε τάξη ασχολείται και εργάζεται μόνον στον τομέα του και αποκλειστικά με το αντικείμενό του. Ο Σωκράτης την ορίζει ως την ενασχόληση κάποιου με το οικείον του, δηλαδή τη δουλειά του. Αυτό θα τον αποτρέψει με το να ασχολείται με ανάρμοστες εργασίες. Ειδικά η πολυπραγμοσύνη (434b7), ανάμεσα στις τάξεις που αποτελούν την πόλη, θεωρείται ζημιογόνος. Φθάνει δε, μέχρι του σημείου να την χαρακτηρίσει κακούργημα. Το σκεπτικό είναι ότι ο καθένας προσφέρει αυτό που δύναται από το πόστο του, ενώ παράλληλα συνεισφέρει στην αρμονική συνύπαρξη και στην κοινωνική πρόοδο. (Στίχοι 432b5-434c6).